τριγωνομετρικός
-ή, -ό, επίθ.
(μαθημ.) αυτός που αναφέρεται ή που χρησιμοποιείται στην τριγωνομετρία, (φρ.) «τριγωνομετρικοί αριθμοί», το ημίτονο, το συνημίτονο, η εφαπτομένη, η συνεφαπτομένη, η τέμνουσα και η συντέμνουσα, «τριγωνομετρική εξίσωση», αλγεβρική εξίσωσης για τριγωνομετρικές συναρτήσεις με άγνωστη μεταβλητή, «τριγωνομετρικό σημείο», γεωδαιτικό σημείο, η θέση του οποίου προσδιορίστηκε στην επιφάνεια της Γης με τη μέθοδο του τριγωνισμού.
Ετυμολογία
< γαλλ. trigonométrique < trigonométr(ie) [= τριγωνομετρ(ία)] + -ique [= -ικός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριγωνομετρικός», σ. 844. https://navalhistory.gr/lexiko/τριγωνομετρικοσ/