τράκο
το, τράκος, ο, ουσ.
- το τρακάρισμα οχημάτων, η σύγκρουση
- α) οτιδήποτε προκαλεί αναταραχή, το πάθημα, η ζημιά, συνών. το στραπάτσο, η νίλα, β) τιμωρία, επίπληξη.
Ετυμολογία
< τρακάρω [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράκο», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τρακο/