navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τράκο

τράκο

το, τράκος, ο, ουσ.

  1. το τρακάρισμα οχημάτων, η σύγκρουση
  2. α) οτιδήποτε προκαλεί αναταραχή, το πάθημα, η ζημιά, συνών. το στραπάτσο, η νίλα, β) τιμωρία, επίπληξη.

Ετυμολογία

< τρακάρω [δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράκο», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τρακο/