τίλμα
το, ουσ.
στουπί από κλωστές λινού ή βαμβακερού υφάσματος.
Ετυμολογία
< αρχ. τίλλω [= μαδάω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τίλμα», σ. 832. https://navalhistory.gr/lexiko/τιλμα/