συσσωρευτής
ο, ουσ.
(τεχνολ.) οποιαδήποτε συσκευή που συσσωρεύει [αποταμιεύει] ενέργεια για τη μετέπειτα χρησιμοποίησή της, (φρ.) «συσσωρευτής ηλεκτρικός / υδραυλικός / θερμικός / αδράνειας / ξηρών στοιχείων / πεπιεσμένου αέρα / πίεσης / εφεδρικός / σιδηρονικελίου ( Fe – Ni) / καδμιονικελίου ( Cd – Ni ) / σιδήρου / καδμιονικελίου ( Fe / Cd – Ni ) / ιόντων λιθίου (Li-Ion) / μολύβδου».
Ετυμολογία
< μτφρδ. από τη γαλλ. accumulateur.
Σύνθετα
ηλεκτροσυσσωρευτής [= η μπαταρία], θερμοσυσσωρευτής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συσσωρευτής», σ. 808. https://navalhistory.gr/lexiko/συσσωρευτησ/