συστοιχία
η, ουσ.
- σύνολο ομοειδών αντικειμένων τοποθετημένων σε σειρά, παράλληλα ή κατά ζεύγη
- (τεχνολ.) σύνολο οργάνων, συσκευών, εγκαταστάσεων ή διατάξεων του ίδιου τύπου που συνδέονται σε ενιαίο σύστημα ώστε να είναι αποτελεσματική η λειτουργία τους, (φρ.) «συστοιχία άνθρακα / εσχάρας / στοιχείων υδραργύρου / κυκλωμάτων / υψηλής – χαμηλής τάσεως / πυραύλων».
Ετυμολογία
< αρχ. συστοιχία [= σειρά πραγμάτων ή εννοιών που υπάγονται στο ίδιο είδος ή την ίδια λογική κατηγορία ή τάξη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συστοιχία», σ. 809. https://navalhistory.gr/lexiko/συστοιχια/