navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συσσωρεύω

συσσωρεύω

ρ. [μετβ.]

συγκεντρώνω πολλά υλικά σε περιορισμένο χώρο, στοιβάζω τα αντικείμενα, συνών. σωριάζω, συνάζω.

Ετυμολογία

< μτγν. συσσωρεύω.

Παράγωγα

συσσώρευση, συσσωρευτής, συσσωρευτικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συσσωρεύω», σ. 808. https://navalhistory.gr/lexiko/συσσωρευω/