σύρω
ρ. [μετβ.]
- τραβώ, σέρνω κάτι αργά πάνω σε κάποια επιφάνεια
- (μτφ.) αναγκάζω κάποιον να ακολουθήσει τις επιλογές ή επιθυμίες ή συμπεριφορές ή ενέργειες που ως άτομο αναπτύσσω.
Ετυμολογία
< αρχ. σύρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρω», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρω/