navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρω

σύρω

ρ. [μετβ.]

  1. τραβώ, σέρνω κάτι αργά πάνω σε κάποια επιφάνεια
  2. (μτφ.) αναγκάζω κάποιον να ακολουθήσει τις επιλογές ή επιθυμίες ή συμπεριφορές ή ενέργειες που ως άτομο αναπτύσσω.

Ετυμολογία

< αρχ. σύρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρω», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρω/