συντελεστής
ο, συντελέστρια, η, ουσ.
- αυτός που συνδράμει στην πραγματοποίηση κάποιας δράσης, που βοηθάει κάποιον ή κάποιους, που είναι χρήσιμος
- (μαθημ.) όρος σε μαθηματική πράξη
- (φυσ.) μέγεθος για φυσικές ή τεχνικές ιδιότητες ή σχέσεις (φρ.) «συντελεστής αυτεπαγωγής / απόδοσης / ασφαλείας / γάστρας / εκτοπίσματος / εκτονώσεως / εξαρτισμού / εξατμίσεως / επιμήκυνσης / τριβής / διαστολής / μετατροπής μονάδας» κ.ά.
Ετυμολογία
< μτγν. συντελεστής < αρχ. συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συντελεστής», σ. 805. https://navalhistory.gr/lexiko/συντελεστησ/