navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συντελεστής

συντελεστής

ο, συντελέστρια, η, ουσ.

  1. αυτός που συνδράμει στην πραγματοποίηση κάποιας δράσης, που βοηθάει κάποιον ή κάποιους, που είναι χρήσιμος
  2. (μαθημ.) όρος σε μαθηματική πράξη
  3. (φυσ.) μέγεθος για φυσικές ή τεχνικές ιδιότητες ή σχέσεις (φρ.) «συντελεστής αυτεπαγωγής / απόδοσης / ασφαλείας / γάστρας / εκτοπίσματος / εκτονώσεως / εξαρτισμού / εξατμίσεως / επιμήκυνσης / τριβής / διαστολής / μετατροπής μονάδας» κ.ά.

Ετυμολογία

< μτγν. συντελεστής < αρχ. συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συντελεστής», σ. 805. https://navalhistory.gr/lexiko/συντελεστησ/