σύνολο
το, ουσ.
- πλήθος προσώπων ή πραγμάτων, (φρ.) «ρηματικό / ονοματικό / προθετικό / επιρρηματικό / ισοδύναμο σύνολο»,
- (μαθημ.) α) το τελικό αποτέλεσμα μιας σειράς υπολογισμών, β) (φρ.) «θεωρία των συνόλων».
Ετυμολογία
< αρχ. σύνολον, ουδ. του επιθ. σύνολος [= ολόκληρος] < σύν- + ὅλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύνολο», σ. 804. https://navalhistory.gr/lexiko/συνολο/