navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στάση

στάση

η, ουσ.

  1. η προσωρινή διακοπή του βαδίσματος ή κάποιας ενέργειας
  2. (συνεκδ.) τόπος αναμονής
  3. θέση του σώματος ή κάποιου μέλους του
  4. (μτφ.) ο τρόπος συμπεριφοράς κάποιου
  5. (μτφ.) ανταρσία, εξέγερση.

Ετυμολογία

< αρχ. στά(σις) -ση.

Παράγωγα

στασιάζω, στασίδι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στάση», σ. 782. https://navalhistory.gr/lexiko/σταση/