στάση
η, ουσ.
- η προσωρινή διακοπή του βαδίσματος ή κάποιας ενέργειας
- (συνεκδ.) τόπος αναμονής
- θέση του σώματος ή κάποιου μέλους του
- (μτφ.) ο τρόπος συμπεριφοράς κάποιου
- (μτφ.) ανταρσία, εξέγερση.
Ετυμολογία
< αρχ. στά(σις) -ση.
Παράγωγα
στασιάζω, στασίδι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στάση», σ. 782. https://navalhistory.gr/lexiko/σταση/