σπαθοσέγα
η, ουσ.

(τεχνολ.) πριόνι ηλεκτρικό ή μπαταρίας με μικρή και μυτερή λάμα, ιδανικό για κοπή ξύλων και μετάλλων σε δύσκολα σημεία.
Ετυμολογία
< σπαθ(ί) -ο- + σέγα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπαθοσέγα», σ. 776. https://navalhistory.gr/lexiko/σπαθοσεγα/