σόναρ
το, άκλ. ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή ανίχνευσης της μορφολογίας του πυθμένα ή εντόπισης βυθισμένων αντικειμένων, συνών. υποβρύχιος ανιχνευτής.
Ετυμολογία
(αρκτικόλεξο) < sonar (από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων so(und) na(vigation) r(anging).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σόναρ», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σοναρ/