σούρουπο
το, ουσ.
η ώρα μετά τη δύση του ήλιου, δειλινό, συνών. λυκόφως, σύθαμπο, μούχρωμα.
Ετυμολογία
< α) σύρρυπον < συν- + ρύπος, ή β) ίσως, βλαχ. sarup [= πέσιμο ήλιου].
Παράγωγα
σουρούπα, σουρουπώνει [απρόσωπο – πέφτει η νύχτα > σουρούπωμα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σούρουπο», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουρουπο/