απάνεμος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που είναι προστατευμένος από τους ανέμους, απάγκιος, υπήνεμος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀπήνεμος < αρχ. επίθ. ὑπήνεμος.
Επιρρήματα
απάναμα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απάνεμος», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απανεμοσ/