σκίρων(ας)
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (μετεωρ.) α) βορειοδυτικός άνεμος [άνεμος που έπνεε από τις Σκιρωνίδες Πέτρες, τοπωνύμιο που συνδέεται ετυμολογικά με το μυθολογικό ανθρωπωνύμιο *Σκίρων], συνών. μαΐστρος
- (κατ’ επέκτ.) ένα από τα οκτώ σημεία του ορίζοντα που βρίσκεται μεταξύ βορρά και δύσης.
Ετυμολογία
< αρχ. Σκίρων, αβέβαιου ετύμου, ίσως από το αρχ. σκῖρος, ὁ, [= ο γύψος, ή οποιοδήποτε σκληρό επικάλυμμα, ακαλλιέργητη γη].
Σύνθετα
σκιρωνοβορράς, σκιρωνοζέφυρος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Σκίρωνας (Σκίρων) γιος του Πέλοπα, διαβόητος ληστής και φονιάς που είχε το λημέρι του στις Σκιρωνίδες Πέτρες, περιοχή μεταξύ Αθηνών και Μεγάρων, γνωστή σήμερα ως «Κακιά Σκάλα». Ο Θησέας απάλλαξε τους Αθηναίους από την παρουσία του σκοτώνοντάς τον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκίρων(ας)», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκιρωνασ/