σολάνο
ο, ουσ.
(μετεωρ.) ζεστός άνεμος, παρόμοιος με τον σιρόκο, που πνέει από τις ανατολικές ή νοτιοανατολικές ακτές της Αφρικής με κατεύθυνση τη νοτιοανατολική Ισπανία.
Ετυμολογία
< ισπαν. solano < λατιν. solanus, [= ανατολικός άνεμος] < sol, solis [= ήλιος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σολάνο», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σολανο/