σίφουνας
ο, ουσ.
- (μετεωρ.) αέρια στροβιλοειδής μάζα που αποτελείται από υδρατμούς και σκόνη, συνών. ανεμοστρόβιλος, τυφώνας, στρόφιλας, σίφωνας
- (μτφ.) οτιδήποτε κινείται με μεγάλη ταχύτητα.
Ετυμολογία
< αρχ. σίφων [= σωλήνας, σύριγγα, σιφόνι, που χρησιμοποιείται στην άντληση κρασιού από το βαρέλι] < αβέβ. ετύμου.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σίφουνας», σ. 761. https://navalhistory.gr/lexiko/σιφουνασ/