navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στρεβλώνω

στρεβλώνω

ρ. [μετβ.]

  1. α) κάνω κάτι στρεβλό, στραβό, το παραμορφώνω, αντών. ισιώνω, ευθυγραμμίζω, β) κάμπτω στραβόξυλο για χρήση νομέα με σκοπό τη σύνδεσή του με την καρίνα
  2. (μτφ.) διαστρεβλώνω, παραμορφώνω κάτι, αλλοιώνω την ουσία ενός σώματος ή τη μορφή κάποιου πράγματος.

Ετυμολογία

< αρχ. στρεβλ(ῶ) -ώνω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στρεβλώνω», σ. 792. https://navalhistory.gr/lexiko/στρεβλωνω/