στρεβλώνω
ρ. [μετβ.]
- α) κάνω κάτι στρεβλό, στραβό, το παραμορφώνω, αντών. ισιώνω, ευθυγραμμίζω, β) κάμπτω στραβόξυλο για χρήση νομέα με σκοπό τη σύνδεσή του με την καρίνα
- (μτφ.) διαστρεβλώνω, παραμορφώνω κάτι, αλλοιώνω την ουσία ενός σώματος ή τη μορφή κάποιου πράγματος.
Ετυμολογία
< αρχ. στρεβλ(ῶ) -ώνω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στρεβλώνω», σ. 792. https://navalhistory.gr/lexiko/στρεβλωνω/