navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευθυγραμμίζω

ευθυγραμμίζω

ρ. [μετβ.]

  1. τοποθετώ σε ευθεία γραμμή πρόσωπα ή αντικείμενα
  2. κάνω κάτι ευθύγραμμο
  3. (μτφ.) ταυτίζω, προσαρμόζω τη συμπεριφορά μου.

Ετυμολογία

< ευθύγραμμ(ος) -ίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθυγραμμίζω», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυγραμμιζω/