ευθυγραμμίζω
ρ. [μετβ.]
- τοποθετώ σε ευθεία γραμμή πρόσωπα ή αντικείμενα
- κάνω κάτι ευθύγραμμο
- (μτφ.) ταυτίζω, προσαρμόζω τη συμπεριφορά μου.
Ετυμολογία
< ευθύγραμμ(ος) -ίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθυγραμμίζω», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυγραμμιζω/