σκόπελος
ο/η, ουσ.
- βράχος που μόλις εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας κατά την άμπωτη ενώ καλύπτεται από το νερό κατά την πλημμυρίδα, καθιστώντας το σημείο του επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα
- (μτφ.) ανυπέρβλητο εμπόδιο
- (ιχθυολ.) γένος ψαριών
- (γεωγρ.) Σκόπελος, νησί των Βόρειων Σποράδων με έκταση 96 τ.χλμ. και πληθυσμό 4.518 κατοίκους [απογρ. 2021].
Ετυμολογία
< αρχ. σκόπελος [= τόπος κατάλληλος για παρατηρητήριο, ψηλός βράχος ή κορυφή, κορφοβούνι, ακρωτήριο ή υπερυψωμένος και απόκρημνος παραθαλάσσιος τόπος] < σκοπέω, -ῶ [= παρατηρώ].
Παράγωγα
Σκοπελίτης, -ισσα, σκοπελίτικος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόπελος», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπελοσ/