navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκόπελος

σκόπελος

ο/η, ουσ.

  1. βράχος που μόλις εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας κατά την άμπωτη ενώ καλύπτεται από το νερό κατά την πλημμυρίδα, καθιστώντας το σημείο του επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα
  2. (μτφ.) ανυπέρβλητο εμπόδιο
  3. (ιχθυολ.) γένος ψαριών
  4. (γεωγρ.) Σκόπελος, νησί των Βόρειων Σποράδων με έκταση 96 τ.χλμ. και πληθυσμό 4.518 κατοίκους [απογρ. 2021].

Ετυμολογία

< αρχ. σκόπελος [= τόπος κατάλληλος για παρατηρητήριο, ψηλός βράχος ή κορυφή, κορφοβούνι, ακρωτήριο ή υπερυψωμένος και απόκρημνος παραθαλάσσιος τόπος] < σκοπέω, -ῶ [= παρατηρώ].

Παράγωγα

Σκοπελίτης, -ισσα, σκοπελίτικος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόπελος», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπελοσ/