ρυπαρός
-ή, -ό, επίθ.
- βρόμικος, ακάθαρτος, αντών. καθαρός, αρύπαντος
- (μτφ.) ανήθικος, αισχρός, χυδαίος, άθλιος, αντών. ηθικός, τίμιος, άσπιλος.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥυπαρός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυπαρός», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυπαροσ/