navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρυπαρός

ρυπαρός

-ή, -ό, επίθ.

  1. βρόμικος, ακάθαρτος, αντών. καθαρός, αρύπαντος
  2. (μτφ.) ανήθικος, αισχρός, χυδαίος, άθλιος, αντών. ηθικός, τίμιος, άσπιλος.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥυπαρός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυπαρός», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυπαροσ/