navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρπολικό

πυρπολικό

το, ουσ.

(ιστορ.) μικρό πλοίο εφοδιασμένο με εύφλεκτες ύλες που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για το κάψιμο εχθρικών πλοίων.

Ετυμολογία

< πυρπολ(ώ) + -ικό.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρπολικό», σ. 719. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρπολικο/