πρωτοκάραβος
ο, ουσ.
(ιστορ.) πηδαλιούχος στους βυζαντινούς δρόμωνες.
Ετυμολογία
< πρώτο- + καράβ(ι) -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωτοκάραβος», σ. 713. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωτοκαραβοσ/