navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρσεία

πυρσεία

η, ουσ.

οπτική αναμετάδοση σημάτων με φλόγες, συνών. (αρχ.) φρυκτωρίες (< φρυκτός [= πυρσός] +

  1. ώρα [= φροντίδα], ή
  2. οὖρος [= ευνοϊκός, ούριος άνεμος - η κατάλληλη στιγμή]).

Ετυμολογία

< πυρσεύω [= ανάβω, καίω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρσεία», σ. 719. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρσεια/