προσκολλώ, -ιέμαι, και -ώμαι
(παθητ. φ.) ρ. [μετβ.]
- αφοσιώνομαι υπέρμετρα σε κάποιον
- πηγαίνω απρόσκλητος κοντά σε κάποιον ή σε συντροφιά με σκοπό τη δημιουργία φιλικής σχέσης επιδεικνύοντας, όμως, φορτική συμπεριφορά
- (στρατ.) τοποθετώ προσωρινά κάποιο μέλος, άνδρα ή γυναίκα, σε στρατιωτική μονάδα
- κολλώ κάτι με κάτι άλλο.
Ετυμολογία
< αρχ. προσκολλῶ /-άω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσκολλώ, -ιέμαι, και -ώμαι», σ. 707. https://navalhistory.gr/lexiko/προσκολλω-ιεμαι-και-ωμαι/