navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προσκολλώ, -ιέμαι, και -ώμαι

προσκολλώ, -ιέμαι, και -ώμαι

(παθητ. φ.) ρ. [μετβ.]

  1. αφοσιώνομαι υπέρμετρα σε κάποιον
  2. πηγαίνω απρόσκλητος κοντά σε κάποιον ή σε συντροφιά με σκοπό τη δημιουργία φιλικής σχέσης επιδεικνύοντας, όμως, φορτική συμπεριφορά
  3. (στρατ.) τοποθετώ προσωρινά κάποιο μέλος, άνδρα ή γυναίκα, σε στρατιωτική μονάδα
  4. κολλώ κάτι με κάτι άλλο.

Ετυμολογία

< αρχ. προσκολλῶ /-άω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσκολλώ, -ιέμαι, και -ώμαι», σ. 707. https://navalhistory.gr/lexiko/προσκολλω-ιεμαι-και-ωμαι/