πρωί
το, ουσ. [γεν. πρωιν-ού, -ών]
- το χρονικό διάστημα που ξεκινά με την ανατολή του ήλιου και διαρκεί για λίγες ώρες
- το τμήμα της ημέρας από την ανατολή του ηλίου μέχρι το μεσημέρι
- η διάρκεια του πρωινού
- [ως επίρρ.] πρωί-πρωί τα χαράματα
- (παροιμ.) «Αν δε γελάσεις το πρωί, μην καρτεράς το βράδυ», «Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται», «Όποιος σηκώνεται πρωί, κερδίζει το φλουρί»,
- (ποίηση) «Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,/ κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι…», Κωστής Παλαμάς από το έργο του «Η Φλογέρα του Βασιλιά».
Ετυμολογία
< μτγν. πρωΐ < αρχ. επίρρ. πρωΐ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωί», σ. 712. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωι/