navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρωί

πρωί

το, ουσ. [γεν. πρωιν-ού, -ών]

  1. το χρονικό διάστημα που ξεκινά με την ανατολή του ήλιου και διαρκεί για λίγες ώρες
  2. το τμήμα της ημέρας από την ανατολή του ηλίου μέχρι το μεσημέρι
  3. η διάρκεια του πρωινού
  4. [ως επίρρ.] πρωί-πρωί τα χαράματα
  5. (παροιμ.) «Αν δε γελάσεις το πρωί, μην καρτεράς το βράδυ», «Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται», «Όποιος σηκώνεται πρωί, κερδίζει το φλουρί»,
  6. (ποίηση) «Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,/ κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι…», Κωστής Παλαμάς από το έργο του «Η Φλογέρα του Βασιλιά».

Ετυμολογία

< μτγν. πρωΐ < αρχ. επίρρ. πρωΐ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωί», σ. 712. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωι/