navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρόσγεια

πρόσγεια

τα, ουσ. [χωρίς ενικ.]

(γεωγρ.) θαλάσσια έκταση κοντά στη στεριά.

Ετυμολογία

< προσ- + γη < γέα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόσγεια», σ. 706. https://navalhistory.gr/lexiko/προσγεια/