προμεσονύκτιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με το διάστημα της νύκτας πριν από τα μεσάνυκτα.
Ετυμολογία
< προ + μεσονύκτιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προμεσονύκτιος», σ. 702. https://navalhistory.gr/lexiko/προμεσονυκτιοσ/