navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρακτορείο και πραχτορείο

πρακτορείο

Και: πραχτορείο

το, ουσ.

  1. το γραφείο του πράκτορα [δες λ. 1. α και β]
  2. επαγγελματικός χώρος: α) όπου συγκεντρώνονται οι έντυπες προς διακίνηση εκδόσεις, «Αθηναϊκό / Μακεδονικό πρακτορείο», β) όπου λειτουργεί το νόμιμο κατάστημα πώλησης λαχείων, λόττο, κι άλλων τυχερών παίγνιων, γ) ανώνυμης εταιρείας συγκέντρωσης, επεξεργασίας και ενημέρωσης ειδήσεων, «πρακτορείο Ρόιτερ», δ) για την οργάνωση ταξιδίων, «ταξιδιωτικό / τουριστικό πρακτορείο».

Ετυμολογία

< μτγν. πρακτόρειον [= έδρα του εισπράκτορα φόρων].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρακτορείο και πραχτορείο», σσ. 695-696. https://navalhistory.gr/lexiko/πρακτορειο-και-πραχτορειο/