πολύγωνο
το, ουσ.
- (γεωμ.) το επίπεδο ευθύγραμμο γεωμετρικό σχήμα, που σχηματίζεται από κλειστή τεθλασμένη γραμμή κι έχει περισσότερες από τέσσερις πλευρές και ισάριθμες γωνίες, (φρ.) «κανονικό πολύγωνο»,
- (στρατ.) εδαφική έκταση, συνήθως επίπεδη, κατάλληλη για στρατιωτικές ασκήσεις.
Ετυμολογία
< αρχ. πολύγωνον.
Παράγωγα
πολυγωνικός.
Σύνθετα
πολυγωνομετρία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύγωνο», σσ. 682-683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυγωνο/