πολύποδας
ο, ουσ.
- (ζωολ.) α) κάθε θαλάσσιο ασπόνδυλο με κυλινδρική μορφή που περιβάλλεται από πλοκάμους γύρω από το στόμα, β) το χταπόδι
- (ιατρ.) μαλακό σαρκώδες ή ινώδες μόρφωμα που αναπτύσσεται πάνω σε βλεννώδη επιφάνεια, όπως η μύτη, η μήτρα, το έντερο, το στομάχι, ο λάρυγγας, ο πρωκτός, η ουροδόχος κύστη και αποτελεί είτε καλοήθη όγκο είτε υπερτροφία του βλεννογόνου.
Ετυμολογία
< αρχ. πολύπους < πολύ- + πούς, γεν. του ποδός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύποδας», σ. 684. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυποδασ/