πολύπνοια
η, ουσ.
- (ιατρ.) παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αύξηση της συχνότητας των αναπνοών που συνοδεύεται από αύξηση του καρδιακού ρυθμού, αίσθημα κόπωσης και έλλειψης αέρα, συνών. ταχύπνοια
- (μετεωρ.) ισχυρή και συνεχής πνοή ανέμου, η σφοδρότητα της έντασης του ανέμου.
Ετυμολογία
< πολύ- + -πνοια < πνέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύπνοια», σ. 684. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυπνοια/