navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολύπνοια

πολύπνοια

η, ουσ.

  1. (ιατρ.) παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αύξηση της συχνότητας των αναπνοών που συνοδεύεται από αύξηση του καρδιακού ρυθμού, αίσθημα κόπωσης και έλλειψης αέρα, συνών. ταχύπνοια
  2. (μετεωρ.) ισχυρή και συνεχής πνοή ανέμου, η σφοδρότητα της έντασης του ανέμου.

Ετυμολογία

< πολύ- + -πνοια < πνέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύπνοια», σ. 684. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυπνοια/