navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πορφύρα

πορφύρα

η, ουσ.

πορφύρα, εικόνα από το έντυπο
  1. (ιχθυολ.) μαλάκιο που φωλιάζει σε κοχύλι και εκκρίνει μία βαθυκόκκινη χρωστική ουσία
  2. η χρωστική ουσία που παράγεται με την κατάλληλη επεξεργασία από το παραπάνω οστρακοφόρο μαλάκιο
  3. το πορφυρό χρώμα
  4. (ιστορ.) α) πορφυρό επίσημο ένδυμα των βυζαντινών αυτοκρατόρων, β) δωμάτιο των βυζαντινών ανακτόρων στο οποίο παρέμενε η αυτοκράτειρα κατά τη διάρκεια του τοκετού
  5. (ιατρ.) είδος δερματοπάθειας.

Ετυμολογία

< αρχ. πορφύρω [= κοκκινίζω].

Παράγωγα

πορφυρένιος, πορφυρίζω, πορφυρικός, πορφυρίτης, πορφυριτικός, πορφυρώνω, πορφυρώδης.

Σύνθετα

καταπόρφυρος, ολοπόρφυρος, πορφυρογέννητος, πορφυρόχρωμος, πορφυρόμαλλος [δηλ. κοκκινομάλλης], πορφυρόχροος, πορφυροφόρος, χρυσοπόρφυρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορφύρα», σσ. 690-691. https://navalhistory.gr/lexiko/πορφυρα/