πορφύρα
η, ουσ.

- (ιχθυολ.) μαλάκιο που φωλιάζει σε κοχύλι και εκκρίνει μία βαθυκόκκινη χρωστική ουσία
- η χρωστική ουσία που παράγεται με την κατάλληλη επεξεργασία από το παραπάνω οστρακοφόρο μαλάκιο
- το πορφυρό χρώμα
- (ιστορ.) α) πορφυρό επίσημο ένδυμα των βυζαντινών αυτοκρατόρων, β) δωμάτιο των βυζαντινών ανακτόρων στο οποίο παρέμενε η αυτοκράτειρα κατά τη διάρκεια του τοκετού
- (ιατρ.) είδος δερματοπάθειας.
Ετυμολογία
< αρχ. πορφύρω [= κοκκινίζω].
Παράγωγα
πορφυρένιος, πορφυρίζω, πορφυρικός, πορφυρίτης, πορφυριτικός, πορφυρώνω, πορφυρώδης.
Σύνθετα
καταπόρφυρος, ολοπόρφυρος, πορφυρογέννητος, πορφυρόχρωμος, πορφυρόμαλλος [δηλ. κοκκινομάλλης], πορφυρόχροος, πορφυροφόρος, χρυσοπόρφυρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορφύρα», σσ. 690-691. https://navalhistory.gr/lexiko/πορφυρα/