πολοδείκτης
ο, ουσ.
(τοπογρ.) όργανο που ενσωματώνει φορητή μαγνητική πυξίδα και χρησιμεύει: α) για τον προσανατολισμό προς τον μαγνητικό μεσημβρινό και β) για τη μέτρηση οριζόντιων γωνιών.
Ετυμολογία
< πόλ(ος) -ο- + δείκτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολοδείκτης», σ. 682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολοδεικτησ/