πανώλη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ιατρ.) οξεία λοιμώδης θανατηφόρος νόσος του ανθρώπου και των ζώων που προκαλείται από το βακτήριο Yersinia pestis, μεταδίδεται εύκολα και γρήγορα με άμεση ή έμμεση επαφή ακόμα και με τα σταγονίδια, αλλιώς γνωστή και ως πανούκλα.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. πανώλης [= εντελώς καταστρεπτικός] < ὄλλυμι και ὀλλύω [= καταστρέφω].
Από τον Τύπο
Το 1347, η πανούκλα έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Ευρώπη στην πόλη της Κάφφας (σημερινή Θεοδοσία στην Ουκρανία), ένα σημαντικό εμπορικό λιμάνι που ελεγχόταν από Γενουάτες εμπόρους. Εκείνη την περίοδο, οι Μογγόλοι πολιορκούσαν την Κάφφα, και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, η πανώλη ξέσπασε στο στρατό τους. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, οι Μογγόλοι χρησιμοποίησαν τους μολυσμένους στρατιώτες τους ως μέσο βιολογικού πολέμου, εκτοξεύοντας τα πτώματά τους μέσα στην πόλη. Έτσι, η ασθένεια εξαπλώθηκε στους κατοίκους της Κάφφας και ανάμεσα στους Γενουάτες εμπόρους που ζούσαν εκεί. Όταν οι Γενουάτες διέφυγαν από την Κάφφα για να επιστρέψουν στην Ιταλία, μετέφεραν άθελά τους το βακτήριο της πανώλης μαζί τους. Τα πρώτα πλοία κατέφτασαν στη Μεσσήνη της Σικελίας, όπου πολλοί επιβάτες ήταν ήδη μολυσμένοι ή νεκροί. Από εκεί, η πανώλη εξαπλώθηκε γρήγορα σε άλλα μεγάλα ιταλικά λιμάνια, όπως στη Γένοβα και τη Βενετία…Μέσα σε λίγους μήνες, η πανούκλα είχε εξαπλωθεί από την Ιταλία σε όλη την Ευρώπη, φτάνοντας μέχρι τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ισπανία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πανώλη», σ. 627. https://navalhistory.gr/lexiko/πανωλη/