navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πριόνι

πριόνι

το, ουσ.

  1. (εργαλ.) μεταλλική οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για το κόψιμο ξύλων και μετάλλων
  2. (συνεκδ.) το πριονιστήριο, επαγγελματικός χώρος εντός του οποίου υπάρχει μηχανικό πριόνι, αλλιώς κορδέλα, για την κοπή κυρίως ξύλων αλλά και μετάλλων, λίθων κ.λπ.

Ετυμολογία

< μτγν. πριόνιον, υποκ. του αρχ. πρίων < πρίω [= κόβω].

Παράγωγα

πριονίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πριόνι», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριονι/