πριόνι
το, ουσ.
- (εργαλ.) μεταλλική οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για το κόψιμο ξύλων και μετάλλων
- (συνεκδ.) το πριονιστήριο, επαγγελματικός χώρος εντός του οποίου υπάρχει μηχανικό πριόνι, αλλιώς κορδέλα, για την κοπή κυρίως ξύλων αλλά και μετάλλων, λίθων κ.λπ.
Ετυμολογία
< μτγν. πριόνιον, υποκ. του αρχ. πρίων < πρίω [= κόβω].
Παράγωγα
πριονίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πριόνι», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριονι/