πλαίσιο
το, ουσ.
- περιθώριο που περιβάλει ή συγκρατεί κάποιο αντικείμενο
- καλούπι κατασκευής τούβλων
- α) τελάρο, β) σκελετός αυτοκινήτου, σασί
- κορνίζα, κάδρο
- (μτφ.) τα καθορισμένα όρια, μέσα στα οποία πραγματοποιείται κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. πλαίσιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλαίσιο», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαισιο/