navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλαίσιο

πλαίσιο

το, ουσ.

  1. περιθώριο που περιβάλει ή συγκρατεί κάποιο αντικείμενο
  2. καλούπι κατασκευής τούβλων
  3. α) τελάρο, β) σκελετός αυτοκινήτου, σασί
  4. κορνίζα, κάδρο
  5. (μτφ.) τα καθορισμένα όρια, μέσα στα οποία πραγματοποιείται κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. πλαίσιον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλαίσιο», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαισιο/