πλακάζ
το, άκλ. ουσ.

είδος ξυλόπλακας που αποτελείται από δύο κοντραπλακέ [δες λ.], και στο ενδιάμεσο λεπτές συγκολλημένες πήχες λευκής συνήθως ξυλείας ξύλου, υλικό χρήσιμο στην ναυπηγική, την επιπλοποιία, την οικοδομική, κ.α. με διαστάσεις 3 Χ 2 μ. και πάχος από 16, 19, 22, έως και 44 χιλιοστά, συνών. μπετοφόρμ, πηχοσανίδα, (φρ.) «πλακάζ οκουμέ / φορμαζέ / συμήδας / οικοδομικό / θαλάσσης / αντιολισθητικό / επενδεδυμένο».
Ετυμολογία
μτφρδ. από την αγγλ. blockboard, ή
ή < γαλλ. placage < plaquer < ολλ. placken [= επικολλώ, μπαλώνω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλακάζ», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλακαζ/