πειρατεία
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- α) ληστεία που πραγματοποιείται σε θαλάσσιο χώρο από τσούρμο ανδρών που ονομάζονται πειρατές, συνών. κούρσος, κούρσεμα, β) κατάληψη αλλά και αρπαγή πλοίου ή, μόνο, ληστεία του φορτίου του, ή γ) η βύθιση εμπορικών ή άλλων πλοίων που πραγματοποιείται σε ανοικτή θάλασσα από σκάφη ιδιωτικά ή κρατικά, δ) (στρατ.) σε καιρό πολέμου η επίθεση πολεμικών σκαφών, υποβρυχίων ή αεροπλάνων εναντίον εμπορικών σκαφών ουδέτερων χωρών
- (μτφ.) παράνομη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ετυμολογία
< πειρατεύω < πειρατής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πειρατεία», σ. 647. https://navalhistory.gr/lexiko/πειρατεια/