παρατηρητήριο
το, ουσ.

- ιδανική θέση για θέαση
- (στρατ.) εδαφικό σημείο, τεχνητό ή φυσικό, για παρακολούθηση των εχθρικών κινήσεων, συνών. σκοπιά, βίγλα, καραούλι, σκοπιωρείο, θεωρείο.
Ετυμολογία
< παρατηρ(ώ) -η- + - τήριο [παραγωγική κατάλ. ουδ. ουσ. που δηλώνει τόπο ή όργανο, αντικείμενο, συσκευή κ.λπ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατηρητήριο», σ. 636. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρητηριο/