navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρατηρητήριο

παρατηρητήριο

το, ουσ.

παρατηρητήριο, εικόνα από το έντυπο
  1. ιδανική θέση για θέαση
  2. (στρατ.) εδαφικό σημείο, τεχνητό ή φυσικό, για παρακολούθηση των εχθρικών κινήσεων, συνών. σκοπιά, βίγλα, καραούλι, σκοπιωρείο, θεωρείο.

Ετυμολογία

< παρατηρ(ώ) -η- + - τήριο [παραγωγική κατάλ. ουδ. ουσ. που δηλώνει τόπο ή όργανο, αντικείμενο, συσκευή κ.λπ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατηρητήριο», σ. 636. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρητηριο/