navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρατηρητής

παρατηρητής

ο, και παρατηρήτρια, η, ουσ.

  1. α) το άτομο εκείνο που παρακολουθεί, που εξετάζει προσεκτικά διάφορα φαινόμενα, καταστάσεις, πράγματα, αλλά και β) βιγλάτορας, σκοπιωρός
  2. το άτομο εκείνο, που συνήθως, ασκεί υπηρεσιακά καθήκοντα και με άνωθεν εντολή ή με πρόσκληση, παρακολουθεί κάποιες δραστηριότητες, διαδικασίες χωρίς να του επιτρέπεται να συμμετέχει ενεργά σε αυτές
  3. (στρατ.) στρατιωτικός με αποστολή την κατόπτευση των θέσεων και των κινήσεων του εχθρού, συνήθως από κάποιο παρατηρητήριο σε σκάφος ή αεροπλάνο.

Ετυμολογία

[για την 1η ερμ.] μτγν. παρατηρητής, [για την 2η και 3η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. observateur.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατηρητής», σσ. 636-637. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρητησ/