παρατηρητής
ο, και παρατηρήτρια, η, ουσ.
- α) το άτομο εκείνο που παρακολουθεί, που εξετάζει προσεκτικά διάφορα φαινόμενα, καταστάσεις, πράγματα, αλλά και β) βιγλάτορας, σκοπιωρός
- το άτομο εκείνο, που συνήθως, ασκεί υπηρεσιακά καθήκοντα και με άνωθεν εντολή ή με πρόσκληση, παρακολουθεί κάποιες δραστηριότητες, διαδικασίες χωρίς να του επιτρέπεται να συμμετέχει ενεργά σε αυτές
- (στρατ.) στρατιωτικός με αποστολή την κατόπτευση των θέσεων και των κινήσεων του εχθρού, συνήθως από κάποιο παρατηρητήριο σε σκάφος ή αεροπλάνο.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] μτγν. παρατηρητής, [για την 2η και 3η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. observateur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατηρητής», σσ. 636-637. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρητησ/