navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρατήρηση

παρατήρηση

η, ουσ.

  1. προσεκτική εξέταση ή παρακολούθηση, κοίταγμα
  2. επισήμανση, διαπίστωση, διατύπωση κρίσης ή σχολίου για κάποιο θέμα, πράγμα ή γεγονός
  3. επίπληξη, επιτίμηση για διδακτικούς λόγους, αντών. έπαινος
  4. (φρ.) «αυστηρή / δριμεία / ευγενική / οξεία / αμερόληπτη / μεροληπτική / χρήσιμη / επιστημονική / ευκαιριακή / συστηματική / εναέρια / πολλαπλή / φυσική / εντατική / άμεση / έμμεση / προσωπική ή ατομική / ομαδική / μακρόχρονη ή οριζόντια / εγκάρσια / εξωτερική / εργαστηριακή / συμμετοχική / ενόργανη ή οπλισμένη / κλινική / μονόπλευρη / εγγράψιμη η πρωτοκολλημένη / μετεωρολογική / αξιόπιστη παρατήρηση»,
  5. (στρατ.) συστηματική παρακολούθηση των εχθρικών θέσεων και κινήσεων, συνών. κατόπτευση.

Ετυμολογία

< μτγν. παρατήρη(σις) -ση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατήρηση», σ. 636. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρηση/