παρατήρηση
η, ουσ.
- προσεκτική εξέταση ή παρακολούθηση, κοίταγμα
- επισήμανση, διαπίστωση, διατύπωση κρίσης ή σχολίου για κάποιο θέμα, πράγμα ή γεγονός
- επίπληξη, επιτίμηση για διδακτικούς λόγους, αντών. έπαινος
- (φρ.) «αυστηρή / δριμεία / ευγενική / οξεία / αμερόληπτη / μεροληπτική / χρήσιμη / επιστημονική / ευκαιριακή / συστηματική / εναέρια / πολλαπλή / φυσική / εντατική / άμεση / έμμεση / προσωπική ή ατομική / ομαδική / μακρόχρονη ή οριζόντια / εγκάρσια / εξωτερική / εργαστηριακή / συμμετοχική / ενόργανη ή οπλισμένη / κλινική / μονόπλευρη / εγγράψιμη η πρωτοκολλημένη / μετεωρολογική / αξιόπιστη παρατήρηση»,
- (στρατ.) συστηματική παρακολούθηση των εχθρικών θέσεων και κινήσεων, συνών. κατόπτευση.
Ετυμολογία
< μτγν. παρατήρη(σις) -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρατήρηση», σ. 636. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατηρηση/