οκτάπους²
ο, ουσ. [σπανιότερα κταπόδι] [πληθ. οκτάποδες]
(ιχθυολ.) θαλάσσιο μαλάκιο που διαθέτει οχτώ πλοκάμια [δες χταπόδι].
Ετυμολογία
< αρχ. ὀκτάπους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάπους», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οκταπουσ-2/