ομολογία
η, ουσ.

- προφορική ή γραπτή παραδοχή πράξεων
- το κείμενο π.χ.: α) της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, (φρ.) «ομολογία δικαστική / ρητή / έμμεση ή σιωπηρή / εξώδικη / σύνθετη / ανάκληση / λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου», β) της αποδοχής της θρησκευτικής πίστης
- (οικον.) κρατικός ή εταιρικός τίτλος με τον οποίο αναγνωρίζεται στον κάτοχό του το δικαίωμα στην αποπληρωμή χρηματιστηριακού δανειακού τιμήματος, ομόλογο.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁμολογία [= συμφωνία, παραδοχή].
Παράγωγα
ομολογιακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομολογία», σ. 603. https://navalhistory.gr/lexiko/ομολογια/