navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ομολογία

ομολογία

η, ουσ.

ομολογία, εικόνα από το έντυπο
  1. προφορική ή γραπτή παραδοχή πράξεων
  2. το κείμενο π.χ.: α) της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, (φρ.) «ομολογία δικαστική / ρητή / έμμεση ή σιωπηρή / εξώδικη / σύνθετη / ανάκληση / λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου», β) της αποδοχής της θρησκευτικής πίστης
  3. (οικον.) κρατικός ή εταιρικός τίτλος με τον οποίο αναγνωρίζεται στον κάτοχό του το δικαίωμα στην αποπληρωμή χρηματιστηριακού δανειακού τιμήματος, ομόλογο.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁμολογία [= συμφωνία, παραδοχή].

Παράγωγα

ομολογιακός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομολογία», σ. 603. https://navalhistory.gr/lexiko/ομολογια/