ντίλερ
ο, άκλ. ουσ.
- (επάγγ.) αυτός που εμπορεύεται επιδεικνύοντας τα προϊόντα του, πωλητής, έμπορας
- (οικον.) διαπραγματευτής συναλλάγματος.
Ετυμολογία
< αγγλ. dealer < deal [= διαπραγματεύομαι, συναλλάσσομαι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντίλερ», σσ. 584-585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντιλερ/