navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ομόκεντρος

ομόκεντρος

-η, -ο, επίθ.

  1. (γεωμ.) αυτός που έχει το ίδιο κέντρο με κάποιον άλλον, (φρ.) «ομόκεντροι κύκλοι / δακτύλιοι / δίσκοι / κύλινδροι», «ομόκεντρες σφαίρες», «ομόκεντρο στροφείο»,
  2. [ως ουσ.:] το ομόκεντρο, το κοινό κέντρο των δύο κύκλων ή των δύο σφαιρών.

Ετυμολογία

< μτγν. ὁμόκεντρος < ὁμ(ο)- < αρχ. ὁμοῦ [= μαζί] + κέντρο.

Παράγωγα

ομοκεντρικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομόκεντρος», σ. 603. https://navalhistory.gr/lexiko/ομοκεντροσ/