ομόκεντρος
-η, -ο, επίθ.
- (γεωμ.) αυτός που έχει το ίδιο κέντρο με κάποιον άλλον, (φρ.) «ομόκεντροι κύκλοι / δακτύλιοι / δίσκοι / κύλινδροι», «ομόκεντρες σφαίρες», «ομόκεντρο στροφείο»,
- [ως ουσ.:] το ομόκεντρο, το κοινό κέντρο των δύο κύκλων ή των δύο σφαιρών.
Ετυμολογία
< μτγν. ὁμόκεντρος < ὁμ(ο)- < αρχ. ὁμοῦ [= μαζί] + κέντρο.
Παράγωγα
ομοκεντρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομόκεντρος», σ. 603. https://navalhistory.gr/lexiko/ομοκεντροσ/