όμιλος
ο, ουσ.
- ομάδα ανθρώπων με κύριο γνώρισμα τα κοινά ενδιαφέροντα, σωματείο, σύλλογος
- ομάδα συγκεντρωμένων ανθρώπων
- ο χώρος εντός του οποίου συγκεντρώνονται τα μέλη του ομίλου, «Ναυτικός Όμιλος».
Ετυμολογία
< αρχ. ὅμιλος [= συγκεντρωμένο πλήθος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όμιλος», σ. 602. https://navalhistory.gr/lexiko/ομιλοσ/