ολκόμετρο
το, ουσ.
όργανο για τη μέτρηση της εξωτερικής ή εσωτερικής διαμέτρου σφαίρας, κώνου ή κυλίνδρου, συνών. κομπάσο.
Ετυμολογία
< ολκ(ός) -ο- + μέτρο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκόμετρο», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκομετρο/