navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οζώδης

οζώδης

-ης, -ες, επίθ.

αυτός που είναι γεμάτος ρόζους, εξογκώματα, ο ροζιασμένος.

Ετυμολογία

< ὀζώδης < ὄζος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οζώδης», σ. 597. https://navalhistory.gr/lexiko/οζωδησ/