ξεσφίγγω
ρ. [μετβ.]
χαλαρώνω κάτι που είναι σφιγμένο πολύ, συνών. ξετεντώνω, ξελασκάρω, λασκάρω.
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + σφίγγω.
Παράγωγα
ξέσφιγμα, ξεσφίξιμο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεσφίγγω», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεσφιγγω/